| υποκείμενο | συνδέεται με | πρόσωπο του κλιτού ρηματικού τύπου |
| δύο διαφορετικά πρόσωπα του τρίτου προσώπου (ενικός ή πληθυντικός) | weder...noch |
τρίτο πρόσωπο πληθυντικού * ή ενικού |
| Παράδειγμα | ||
| Weder die Eltern noch der Lehrer erkannte / erkannten die Lernschwierigkeiten des Kindes. | ||
* αν το υποκείμενο στον πληθυντικό βρίσκεται πιο κοντά στο ρήμα, τότε μπορεί το ρήμα να είναι στον πληθυντικό.
| Παράδειγμα |
| Weder der Lehrer noch die Eltern erkannten die Lernschwierigkeiten des Kindes. |