Το Modalverb sollen εκφράζει μια αναγκαιότητα που προκύπτει από εντολή-προτροπή τρίτου στο υποκείμενο.
| Παραδείγματα |
εντολή-προτροπή στο υποκείμενο: |
| Ich soll einkaufen gehen. | Meine Mutter sagte zu mir: "Geh einkaufen!" |
| Ich soll Sport treiben. | Mein Arzt sagte zu mir: "Treib Sport!" |
Η εντολή-προτροπή στο υποκείμενο μπορεί να προέρχεται όχι μόνο από ένα πρόσωπο αλλά και από κάτι αφηρημένο όπως για παράδειγμα από ηθικές αρχές ή κανόνες.
| Παραδείγματα | εντολή-προτροπή στο υποκείμενο ως |
| Du sollst ehrlich sein. | ηθική αρχή |
| Man soll seinen Hund an der Leine führen. | κανόνας |