Η πρόθεση "durch" έχει τις εξής σημασίες:
| τοπική | Παραδείγματα | |
|
1
|
με ευθεία κατεύθυνση είσοδος από τη μία πλευρά, έξοδος από την άλλη |
Der Einbrecher stieg durch das Fenster. |
|
2
|
εδώ κι εκεί σε όλη την έκταση ενός τόπου |
Wir bummeln durch die Straßen. |
| τροπική | Παραδείγματα | |
|
1
|
αιτία, υπαίτιος, αυτό που προκαλεί κάτι |
Die Fabrik wurde durch einen Brand vernichtet. |
|
2
|
το μέσο, τον τρόπο |
Durch Beharrlichkeit kommt man ans Ziel. |