Ίδια χρήση με το sein στη σημασία (a), που εκφράζει δυνατότητα και είναι στην παθητική, έχουν και άλλα γλωσσικά μέσα:
| Παραδείγματα για | σημασία | απόδοση (παθητική φωνή) |
| sich lassen + απαρέμφατο |
|
|
| Die Matheaufgabe lässt sich schnell lösen. | (nicht) können | Die Matheaufgabe kann schnell gelöst werden. |
| sein + Adjektiv auf -bar/-lich/-fähig | ||
| Die Matheaufgabe ist schnell lösbar. | (nicht) können | Die Matheaufgabe kann schnell gelöst werden. |